Τι δείχνει πραγματικά η υπόθεση Διδασκάλου για το Υπουργείο Πολιτισμού;
Η παραίτηση του Γιώργου Διδασκάλου έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά απαράδεκτων κινήσεων που έχουν σημαδέψει το Υπουργείο Πολιτισμού την τελευταία επταετία. Λιγνάδης, Διδασκάλου, Ρουβάς, γάμος Κωστοπούλου, συνεχείς καταγγελίες για τη λειτουργία των θεσμών, συγκεντρωτισμός, διορισμοί, δημόσιες σχέσεις, χορηγοί, ειδικές εξυπηρετήσεις. Σαν να ξεδιπλώνεται μπροστά μας μια ολόκληρη σκευωρία εναντίον του πολιτισμό.
Και πράγματι ξεδιπλώνεται.
Η Νέα Δημοκρατία αντιμετωπίζει τον ελληνικό πολιτισμό με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζει το κράτος. Ως χώρο διαχείρισης, δικτύων, εξυπηρετήσεων και σκανδάλων. Ως ένα πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο που πρέπει να αξιοποιηθεί επικοινωνιακά, τουριστικά και οικονομικά. Για αυτούς ο πολιτισμός δεν έχει καμία σχέση με την ιστορική συνέχεια και την ταυτότητά μας, αλλά έχει συνδεθεί απόλυτα με την αγορά και την αγοραία εκμετάλλευση.
Γι’ αυτό και η Εθνική Πινακοθήκη κατέληξε να βρίσκεται στο επίκεντρο αλλεπάλληλων αντιδράσεων. Σε έναν θεσμό που χρηματοδοτείται από τον ελληνικό λαό, φιλοξενήθηκαν έργα τα οποία ήταν ευθεία προσβολή των ιερών προσώπων της Ορθοδοξίας. Η επιλογή είχε ισχυρό συμβολισμό. Η εθνική πινακοθήκη επέβαλε στους πολίτες που τη χρηματοδοτούν μια εκπαίδευση αποδόμησης των αξιών τους.
Λίγο αργότερα εμφανίστηκε το πορτρέτο της επιστήθιας φίλης της Υπουργού, κυρίας Παναγιωταρέα. Εκεί ο συμβολισμός έγινε ακόμη πιο εύγλωττος. Ένας κορυφαίος εθνικός θεσμός άρχισε να δίνει την εικόνα ότι λειτουργεί ως χώρος επιβράβευσης προσώπων που βρίσκονται κοντά στην εξουσία. Η Πινακοθήκη μετατράπηκε σε καθρέφτη ενός συστήματος που δυσκολεύεται να διακρίνει τα όρια ανάμεσα στο δημόσιο και στο προσωπικό, ανάμεσα στο εθνικό και στο ημετέρικο.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η συζήτηση γύρω από την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν. Η κυβέρνηση πανηγύρισε επειδή μια διεθνής υπερπαραγωγή αξιοποιεί το κορυφαίο έπος του ελληνικού πολιτισμού. Ο Όμηρος προσφέρεται, η ελληνική μυθολογία προσφέρεται, τα ελληνικά τοπία προσφέρονται, οι διευκολύνσεις προσφέρονται, η δημόσια χρηματοδότηση προσφέρεται. Η Ελλάδα παρακολουθεί από την άκρη του πλατό. Παρακολουθεί μία μαύρη ωραία Ελένη, ηθοποιούς σε φυλομετάβαση να υποδύονται ομηρικούς ήρωες, έναν Όμηρο να γίνεται θύμα της woke εμμονής. Και το υπουργείο επιβραβεύει.
Η εικόνα συμπληρώνεται από τη μετατροπή των μεγάλων μουσείων σε ΝΠΔΔ, από τη λατρεία των χορηγιών, από την αντίληψη ότι τα μνημεία πρέπει διαρκώς να «αξιοποιούνται», να «αποδίδουν», να «παράγουν». Οι λέξεις της αγοράς εισβάλλουν στον χώρο του πολιτισμού με τέτοια ένταση ώστε συχνά ξεχνά κανείς ότι μιλάμε για την ιστορική μνήμη ενός λαού και όχι για μετοχές.
Η παραίτηση Διδασκάλου μοιάζει τελικά λιγότερο με εξαίρεση και περισσότερο με φυσιολογικό επεισόδιο ενός συστήματος που επί χρόνια αντιμετώπισε τον πολιτισμό ως χώρο ισχύος, προβολής και εξυπηρετήσεων. Ένα σύστημα που μιλά αδιάκοπα για την αξία της ελληνικής κληρονομιάς, ενώ ταυτόχρονα τη μετατρέπει σε σκηνικό, προϊόν και εργαλείο δημοσίων σχέσεων.